ἑνδεκάγωνος

ἑνδεκά-γωνος, ον,
A having eleven angles, Hero Metr.1.24, al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑνδεκάγωνος — having eleven angles masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενδεκάγωνος — η, ο (Α ἑνδεκάγωνος, ον) αυτός που έχει ένδεκα γωνίες νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το ενδεκάγωνο γεωμετρικό σχήμα που έχει ένδεκα γωνίες και ένδεκα πλευρές …   Dictionary of Greek

  • ἑνδεκάγωνον — ἑνδεκάγωνος having eleven angles masc/fem acc sg ἑνδεκάγωνος having eleven angles neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνδεκαγώνου — ἑνδεκάγωνος having eleven angles masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνδεκάγωνα — ἑνδεκάγωνος having eleven angles neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.